ἑρματίζω

ἑρμᾰτ-ίζω,
A = ἑρμάζω, support by means of a sling,

τῆς κνήμης ἡρματισμένης Hp.Fract.23

.
II (

ἕρμα 1.4

) steady as by ballast,

ἑ. ἑαυτοὺς λιθιδίοις Plu.2.967b

:—[voice] Med., ballast themselves, λιθιδίοις ib.979b : —[voice] Pass.,

τοῖς ἀξιολόγοις ἀγαθοῖς ἡρματίσθαι Phld.Mort.18

.
2 trans. in [voice] Med., νύμφας ἐς οἴκους ἑρματίζονται they take brides into their houses as ballast, E.Fr.402.8, cf. Lyc.1319.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρματίζω — support by means of a sling pres subj act 1st sg ἑρματίζω support by means of a sling pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερματίζω — (AM ἑρματίζω, Α και ἑρμάζω) [έρμα] τοποθετώ σαβούρα σε πλοίο ή αερόστατο αρχ. 1. στερεώνω, δένω με επίδεσμο («τῆς κνήμης ἡρματισμένης», Ιπποκρ.) 2. μέσ. ἑρματίζομαι α) ισορροπῶ β) παίρνω κάτι ως στήριγμα …   Dictionary of Greek

  • ερματίζω — ερμάτισα, τοποθετώ έρμα στο πλοίο ή το αερόστατο, αλλ. σαβουρώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑρματίζει — ἑρματίζω support by means of a sling pres ind mp 2nd sg ἑρματίζω support by means of a sling pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματίζουσιν — ἑρματίζω support by means of a sling pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑρματίζω support by means of a sling pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματιζομένους — ἑρματίζω support by means of a sling pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματίζειν — ἑρματίζω support by means of a sling pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματίζεται — ἑρματίζω support by means of a sling pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματίζονται — ἑρματίζω support by means of a sling pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρματίζουσα — ἑρματίζω support by means of a sling pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρματισμένον — ἁρματίζομαι place in a chariot perf part mp masc acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἁρματίζομαι place in a chariot perf part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἑρματίζω support by means of a sling perf part mp masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.